Αικατερίνη Τατιάνα Παναγοπούλου
Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, ΚΣΤ’ ΕΠΚΑ, Πειραιάς
Περίληψη
Στην περιοχή Αμπελάκια της Σαλαμίνας, το έτος 2004, κατά την διάρκεια σωστικής ανασκαφής υπό την εποπτεία της αρχαιολόγου κας Μέλπως Πωλογιώργη, ανακαλύφθηκε ένα μπρούντζινο πτυκτό κάτοπτρο. Το κάτοπτρο αποτελούνταν από τον δίσκο και το πώμα του, μία κινητή θραυσμένη λαβή σχήματος ωμέγα και μία κρικοειδή λαβή σε μορφή ρόδακα. Το πώμα του κατόπτρου, στην εξωτερική του όψη, κοσμούνταν από ένα επίθετο σφυρηλατημένο έλασμα το οποίο σώζονταν σε θραύσματα. Η κατάσταση διάβρωσης του αντικειμένου κρίθηκε σοβαρή. Η επιφάνεια όλων των μερών του κατόπτρου καλύπτονταν από πρασινωπή πατίνα προϊόντων διάβρωσης του χαλκού, χώμα και ασβεστιτικές επικαθήσεις. Το σφυρηλατημένο έλασμα, λόγω του μικρού του πάχους και της προχωρημένης διάβρωσης, είχε μηδενική αντοχή και θρυμματίζονταν. Όλα τα μέρη του κατόπτρου καθαρίστηκαν με μηχανικές μεθόδους. Ακολούθησε στερέωση με διάλυμα βενζοτριαζόλης υπό κενό, ξήρανση και προστασία με διάλυμα incralac : τολουόλη. Η συγκόλληση των θραυσμάτων του σφυρηλατημένου ελάσματος και των τμημάτων της λαβής έγινε με κόλλα νιτροκυτταρίνης και η συμπλήρωση με εποξικό στόκο. Μετά την ολοκλήρωση της συντήρησης και της αποκατάστασης του αντικειμένου, στο σφυρηλατημένο έλασμα διακρίνεται παράσταση καθισμένης ανακαλυπτόμενης Αφροδίτης και όρθιου φτερωτού Έρωτα, που κρατά τόξο Το πτυκτό κάτοπτρο χρονολογείται στο τέλος του α΄ τέταρτου του 3ου αιώνα π.Χ. και είναι το πρώτο αυτής της κατηγορίας κατόπτρων που γίνετε γνωστό από την Σαλαμίνα. Εκτίθεται σε προθήκη του Μουσείου Σαλαμίνας.
1.Εισαγωγή
Στην περιοχή Αμπελάκια της Σαλαμίνας, το έτος 2004, κατά την διάρκεια σωστικής ανασκαφής σε οικόπεδο ιδιοκτησίας Δημ. Κοντοθανάση, στη συμβολή της λεωφόρου Ελ. Βενιζέλου με την οδό Κύπρου, υπό την εποπτεία της αρχαιολόγου κας Μέλπως Πωλογιώργη, ανακαλύφθηκε μια σειρά τάφων που χρονολογούνται από τα τέλη του 5ου έως τον 3ο αι. π.Χ. Οι τάφοι στην πλειονότητά τους ήταν κιβωτιόσχημοι και σαρκοφάγοι από πωρόλιθο (Πωλογιώργη 2007:147). Ο τάφος 2 της ανασκαφής ήταν μία μονοκόμματη σαρκοφάγος από εύθρυπτο, κακής ποιότητας κογχυλιάτη λίθο (Πωλογιώργη 2007:155). Στο εσωτερικό του τάφου βρέθηκαν ένα εντελώς διαλυμένο επίχρυσο στεφάνι μαζί με είκοσι επίχρυσα πήλινα σφαιρίδια που μιμούνται καρπούς και ελάχιστες χρυσοκλωστές στην περιοχή του κρανίου και προς τα πόδια του νεκρού, δύο πήλινες πυξίδες με τα καλύμματά τους, μόνο το κάλυμμα από τρίτη πήλινη πυξίδα, ένας χάλκινος κρίκος και ένα χάλκινο πτυκτό κάτοπτρο με ανάγλυφη παράσταση (Πωλογιώργη 2007:157) (Εικ.1).Τα δύο τμήματα του πτυκτού κατόπτρου, το κάλυμμα και ο κύριος δίσκος, ήταν αποχωρισμένα το ένα από το άλλο, σε απόσταση μεταξύ τους γύρω στα 25εκ. και είχαν στραμμένη προς τα πάνω την επιφάνεια με το περιχείλωμα. Αυτό σημαίνει ότι στον πυθμένα της σαρκοφάγου ακουμπούσε η επιφάνεια κατοπτρισμού του κύριου δίσκου και η όψη του καλύμματος με την ανάγλυφη παράσταση. Πολύ κοντά στο κάλυμμα βρέθηκαν και τα υπόλοιπα χάλκινα εξαρτήματα του πτυκτού κατόπτρου (Πωλογιώργη 2007: 160).

Εικ.1 Σχεδιαστική αναπαράσταση του Τάφου 2 και των ευρημάτων του (Πωλογιώργη 2007: 158).
Εικ.2 Το κάτοπτρο όπως παραλήφθηκε από την ανασκαφή
1.1Περιγραφή
Το σύνολο του ευρήματος αποτελούνταν από τον κύριο δίσκο κατοπτρισμού, το κάλυμμα, ένα χάλκινο έλασμα με ανάγλυφη παράσταση σπασμένο σε πολλά κομμάτια, τεμάχια μολύβδου, την κύρια λαβή για την ανάρτηση του κατόπτρου σε σχήμα ωμέγα, επίσης σπασμένη, ένα ορθογώνιο αναδιπλωμένο έλασμα περασμένο σε στέλεχος, λίγα μικρά κομμάτια από άλλο έλασμα, ένα μικρό στέλεχος, ένα μικρό θολωτό έλασμα και μια κρικοειδή λαβή προσαρμοσμένη πάνω σε ρόδακα (Εικ.2).
Ο κύριος δίσκος του κατόπτρου έχει διάμετρο 14εκ., είναι χυτός και βαρύς. Η πάνω επιφάνειά του, αυτή του κατοπτρισμού, είναι επίπεδη, ενώ στην άλλη επιφάνεια διακρίνεται διακόσμηση με ομόκεντρους κύκλους. Έχει περιχείλωμα στραμμένο προς τα κάτω, ύψους 0,04εκ. και πάχους που κυμαίνεται από 0,02εκ. έως 0,05εκ. (Εικ.3 – Εικ.4).
Εικ.3 Κύριος δίσκος κατόπτρου – επιφάνεια κατοπτρισμού πριν τη συντήρηση.
Εικ.4 Κύριος δίσκος κατόπτρου – κάτω επιφάνεια πριν τη συντήρηση.
Το κάλυμμα του κατόπτρου είναι ελαφρύτερο, μάλλον σφυρήλατο και η επιφάνειά του είναι ελαφρά κυρτή. Έχει και αυτό περιχείλωμα, ύψους 0,06 εκ., που στρέφεται προς τα κάτω και το πάχος του κυμαίνεται από 0,01εκ. έως 0,02εκ., ενώ και εδώ διακρίνονται ίχνη διακόσμησης με ομόκεντρους κύκλους (Εικ.5 – Εικ.6). Στην πάνω επιφάνειά του κοσμείται με λεπτό έλασμα που φέρει ανάγλυφη παράσταση. Το πάχος του ελάσματος ποικίλει και φθάνει τα 0,02εκ. σε τμήμα της περιφέρειάς του, ενώ κεντρικά τμήματά του είναι πολύ λεπτότερα. Από την πίσω όψη, οι πιο βαθιές κοιλότητες του ανάγλυφου είχαν πληρωθεί με μόλυβδο, τεμάχια του οποίου είχαν αποσπαστεί από την αρχική τους θέση (Εικ.7 – Εικ.8).
Εικ.5 Επάνω επιφάνεια του καλύμματος πριν τη συντήρηση.
Εικ.6 Κάτω επιφάνεια του καλύμματος πριν τη συντήρηση.
Η λαβή ανάρτησης του κατόπτρου σε σχήμα ωμέγα είναι χυτή και έχει μέγιστο ύψος 0,42εκ. και πάχος 0,03εκ.
Εικ.7 Τμήματα ανάγλυφου ελάσματος και εξαρτημάτων του κατόπτρου πριν τη συντήρηση.
Εικ.8 Πίσω όψη τμημάτων ανάγλυφου ελάσματος και εξαρτημάτων του κατόπτρου πριν τη συντήρηση.
Το ορθογώνιο αναδιπλωμένο έλασμα έχει ύψος 0,16εκ.και στο μέσον του φέρει επίσης ορθογώνιο άνοιγμα. Το έλασμα αυτό είναι περασμένο στο ορθογώνιο στέλεχος της λαβής ανάρτησης έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ευκινησία της. Αυτό αποτελούσε τον γίγγλυμο με τον οποίο γίνονταν η σύνδεση του καλύμματος με τον κύριο δίσκο του κατόπτρου με τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται το ανοιγοκλείσιμό του (Πωλογιώργη 2007:179). Το μικρό στέλεχος είναι ορθογώνιας διατομής με μήκος 0,49εκ. και πάχος 0,05εκ. και προφανώς αποτελούσε εξάρτημα του γίγγλυμου (Εικ.7 – Εικ.8).
Η δευτερεύουσα λαβή του κατόπτρου αποτελούνταν από έναν κρίκο διαμέτρου 0,15εκ. και πάχους 0,03εκ., ο οποίος ήταν προσαρμοσμένος επάνω σε βάση σχήματος ρόδακα, διαμέτρου 0,23εκ. Ο κρίκος ήταν συνδεδεμένος με τον ρόδακα με μια θηλιά για να μπορεί να κινείται (Πωλογιώργη 2007: 174) . Ο ρόδακας είναι ελαφρά υπερυψωμένος στο μέσον και φέρει δώδεκα φύλλα (Εικ.9).
Εικ.9 Επάνω επιφάνεια δευτερεύουσας λαβής του κατόπτρου πριν τη συντήρηση.
Εικ.9 Κάτω επιφάνεια δευτερεύουσας λαβής του κατόπτρου πριν τη συντήρηση.
2. Κατάσταση διατήρησης – Φθορές
Το περιβάλλον ταφής των ευρημάτων ήταν εξαιρετικά υγρό. Σύμφωνα με πληροφορίες της αρχαιολόγου, εξαιτίας της μεγάλης υγρασίας του τάφου, ο σκελετός ήταν εντελώς αποσαθρωμένος. Όλα τα αντικείμενα παραλήφθηκαν στεγνά, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες του περιβάλλοντος ταφής ήταν μεταβαλλόμενες, με τη σχετική υγρασία να φθάνει, κατά περιόδους, σε πολύ υψηλά επίπεδα. Στον κύριο δίσκο του κατόπτρου διαπιστώθηκε έντονη διάβρωση, ιδιαίτερα στην επίπεδη επιφάνειά του, αυτή του κατοπτρισμού, η οποία ακουμπούσε στον πυθμένα της σαρκοφάγου. Στην επιφάνεια αυτή παρατηρήθηκαν εκτεταμένες περιοχές με ασθένεια του χαλκού, η οποία φαίνονταν να είχε προχωρήσει σε μεγάλο βάθος, αποσαθρώνοντας το μέταλλο. Έντονες διογκώσεις και ρηγματώσεις παρατηρήθηκαν επίσης στην επιφάνεια αυτή. Ρωγμές κατά τόπους παρουσιάζονταν και στο περιχείλωμα, το οποίο είχε διαρραγεί σημαντικά σε σημείο της περιφέρειάς του, ενώ το αρχικό του σχήμα είχε αλλοιωθεί από τις διογκώσεις και το πάχος του, στη μισή περίπου έκτασή του, είχε υπερδιπλασιαστεί (Εικ.3). Στην άλλη όψη του κύριου δίσκου, σε αυτή με τους ομόκεντρους κύκλους, υπήρχε επίσης ασθένεια του χαλκού, αρκετά εκτεταμένη στην κεντρικό κυρίως μέρος του. Σε δύο περιοχές προς την περιφέρεια, διαπιστώθηκαν απολεπίσεις που είχαν σχηματίσει λακκίσκους, στο εσωτερικό των οποίων το μέταλλο ήταν αποσαθρωμένο εξαιτίας της ενεργού διάβρωσης. Στην όψη αυτή παρατηρήθηκαν επίσης, εξανθήσεις αλάτων λευκού χρώματος. Και οι δύο όψεις του κύριου δίσκου ήταν καλυμμένες με κρούστες χώματος και προϊόντων διάβρωσης του χαλκού, ενώ υπήρχαν και ασβεστιτικές επικαθήσεις, πολύ σκληρές κατά τόπους (Εικ.4). Στρώματα μαλαχίτη και κυπρίτη, καθώς και ασθένεια του χαλκού είναι τα προϊόντα διάβρωσης που κυρίως κάλυπταν και τις δύο όψεις του δίσκου αυτού. Το μεγάλο πάχος και βάρος του οδήγησε στο συμπέρασμα ότι έχει διατηρηθεί μεταλλικός πυρήνας στο εσωτερικό του αντικειμένου. Το κάλυμμα είχε μικρότερο βάρος και πάχος από αυτό του κύριου δίσκου. Σε τμήμα της περιφέρειάς του και του περιχειλώματος ήταν ελλιπές εξαιτίας της έντονης και εκτεταμένης ασθένειας του χαλκού, που στην περιοχή αυτή είχε προχωρήσει σε βάθος εκφυλίζοντας τον μεταλλικό πυρήνα, με αποτέλεσμα την απώλεια υλικού. Ενεργός διάβρωση παρατηρήθηκε κατά τόπους και σε άλλες περιοχές και των δύο όψεων του καλύμματος και του περιχειλώματος. Προεξοχές και διογκώσεις διαπιστώθηκαν επίσης τόσο στο περιχείλωμα όσο και στις δύο όψεις του καλύμματος (Εικ.6). Η περιοχή της επάνω επιφάνειας του καλύμματος όπου προσαρτούνταν το έλασμα με την ανάγλυφη παράσταση, διατηρούνταν σε καλύτερη κατάσταση και σε μικρή έκταση η επιφάνεια αυτή παρουσιάζονταν πιο λεία και σκουρόχρωμη. Εδώ είχαν παραμείνει προσκολλημένα υπολείμματα μολύβδου από την εσωτερική επένδυση του ανάγλυφου, χρώματος γκριζωπού, ενώ διαπιστώθηκαν και προϊόντα διάβρωσης του μολύβδου χρώματος υπόλευκου έως γκρίζου. Δύο πολύ μικρά κομμάτια της ανάγλυφης παράστασης παρέμεναν προσαρμοσμένα επάνω σε αυτή την όψη του καλύμματος (Εικ.5). Σκληρές κρούστες χώματος, ασβεστιτικών επικαθήσεων και προϊόντων διάβρωσης του χαλκού, κυρίως μαλαχίτη και κυπρίτη, υπήρχαν και στις δύο όψεις του καλύμματος. Το λεπτό έλασμα με την ανάγλυφη παράσταση σώζονταν σε θραύσματα, τα περισσότερα από τα οποία ήταν πολύ μικρά. Διακρίνονταν κομμάτια που απεικόνιζαν ανδρική μορφή, χωρίς όμως να μπορεί να γίνει κατανοητό το σύνολο της παράστασης (Εικ.7). Οι μεγάλες κοιλότητες του ανάγλυφου, κατά την κατασκευή τους, είχαν γεμιστεί εσωτερικά με μόλυβδο. Με τον τρόπο αυτό αυξάνονταν η μηχανική αντοχή του ελάσματος, που λόγω του μικρού του πάχους, αντιμετώπιζε πρόβλημα σύνθλιψης. Η διόγκωση του μολύβδου, εξαιτίας των σχηματιζόμενων στρωμάτων προϊόντων διάβρωσής του, διευκόλυνε την διάρρηξη του μπρούντζινου ελάσματος (Εικ.8). Όλα τα τμήματα της ανάγλυφης παράστασης, της κύριας λαβής, του γίγγλυμου και των τμημάτων των χάλκινων ελασμάτων ήταν ιδιαίτερα επηρεασμένα από την έντονη διάβρωση και την ασθένεια του χαλκού. Το γεγονός αυτό ήταν αναμενόμενο λόγω της επαφής των τμημάτων αυτών με τον πυθμένα της σαρκοφάγου, όπου η υγρασία ήταν μεγαλύτερη . Η ασθένεια του χαλκού, σε πολλές περιοχές είχε προχωρήσει σε βάθος, σχηματίζοντας κοιλότητες όπου το μέταλλο εμφανίζονταν εντελώς αποσαθρωμένο. Παρατηρώντας τις τομές των σπασμένων κομματιών διαπιστώθηκε ότι η ασθένεια του χαλκού, σε πολλές περιπτώσεις, ήταν και η αιτία θραύσης τους, αφού όλος ο μεταλλικός πυρήνας είχε μετατραπεί σε ανοιχτόχρωμη πράσινη σκόνη. Διογκώσεις και απολεπίσεις εμφανίζονταν κατά τόπους, ενώ έντονες ρηγματώσεις παρατηρήθηκαν τόσο σε περιοχές του ανάγλυφου όσο και στην κεντρική λαβή του κατόπτρου. Τα τμήματα των εξαρτημάτων του κατόπτρου και η εμπρόσθια όψη των τμημάτων του ανάγλυφου ήταν καλυμμένα με κρούστες χωμάτων, ασβεστιτικών επικαθήσεων και προϊόντων διάβρωσης του χαλκού. Στην εσωτερική όψη του ανάγλυφου, εκτός των παραπάνω, παρατηρούνταν οι γεμισμένες με μόλυβδο περιοχές καλυμμένες με κρούστες προϊόντων διάβρωσης του μολύβδου. Κρούστες χώματος και προϊόντων διάβρωσης του χαλκού και του μολύβδου υπήρχαν σε όλη την έκταση της εσωτερικής επιφάνειας του ανάγλυφου. Στην κρικοειδή ροδακόμορφη λαβή παρατηρήθηκε ασθένεια του χαλκού που είχε εξαπλωθεί σε όλη την έκταση της επιφάνειας της. Το φαινόμενο είχε διεισδύσει σε μεγαλύτερο βάθος στον κρίκο της λαβής, ο οποίος παρουσίαζε εντονότερη διάβρωση, είχε διογκωθεί και ρηγματωθεί σχεδόν σε όλη την έκτασή του. Σε μικρή περιοχή της θηλιάς που κρατάει τον κρίκο, το μέταλλο ήταν αποσαθρωμένο και διαπιστώθηκε απώλεια υλικού (Εικ.9).
3. Επεμβάσεις Συντήρησης
3.1. Καθαρισμός
Για τον καθαρισμό όλων των μερών του κατόπτρου επιλέχθηκαν μηχανικές μέθοδοι. Χρησιμοποιήθηκαν νυστέρι, υαλόβουρτσα, βελόνα και οδοντιατρικός τροχός με διάφορα βουρτσάκια καθαρισμού.Αρχικά καθαρίστηκε ο κύριος δίσκος. Η επιφάνεια κατοπτρισμού εμφανίστηκε επίπεδη, ενώ στην κάτω επιφάνεια αποκαλύφθηκε διακόσμηση με ομόκεντρους δακτυλίους, έναν κοντά στην περιφέρεια και δύο στο κέντρο. Ακριβώς στο κέντρο της κάτω επιφάνειας και μέσα στον μικρότερο δακτύλιο διαπιστώθηκαν ίχνη από την προσάρτηση της δευτερεύουσας λαβής του κατόπτρου. Κατά τον καθαρισμό εμφανίζονταν προεξοχές κάτω από τις οποίες το μέταλλο παρουσιάζονταν αποσαθρωμένο και σε ορισμένες περιοχές εμφανίστηκαν λακκίσκοι. Το εξωτερικό στρώμα προϊόντων διάβρωσης απολεπίζονταν κατά τόπους, επιτρέποντας να αποκαλυφθεί στρώμα κυπρίτη κόκκινου χρώματος. Μετά την ολοκλήρωση του καθαρισμού παρέμειναν διογκώσεις στο περιχείλωμα και στις δύο όψεις του δίσκου, ενώ η πατίνα παρουσιάστηκε σκούρα πράσινη και κατά τόπους κοκκινωπή (Εικ.10 – Εικ.11).
Εικ.10 Κύριος δίσκος κατόπτρου – επιφάνεια κατοπτρισμού μετά τις επεμβάσεις καθαρισμού, σταθεροποίησης και προστασίας.
Εικ.11 Κύριος δίσκος κατόπτρου – κάτω επιφάνεια μετά τις επεμβάσεις καθαρισμού, σταθεροποίησης και προστασίας.
Ακολούθησε ο καθαρισμός του καλύμματος. Στην πάνω επιφάνειά του αποκαλύφθηκε ένας πρόστυπος δακτύλιος κοντά στην περιφέρεια, ενώ εμφανίστηκε και μια λεπτή εγχάραξη στην μία πλευρά. Στην κάτω επιφάνειά του αποκαλύφθηκε, ακριβώς στο ίδιο σημείο της περιφέρειας, ένας ακόμα πρόστυπος δακτύλιος, ενώ άλλοι τρεις ανάγλυφοι δακτύλιοι κοσμούσαν το κέντρο της επιφάνειας αυτής. Ακριβώς στο κέντρο του δίσκου του καλύμματος εμφανίστηκε μικρή τετράγωνη οπή, ενώ ακόμα μία μικρή οπή εμφανίστηκε στο κάτω μέρος του καλύμματος. Στην κάτω επιφάνεια του καλύμματος διαπιστώθηκε σε τρία σημεία η ύπαρξη τριών μικρών κομματιών χαλκού. Τα κομμάτια αυτά αντιστοιχούσαν σε δύο μικρά τμήματα της ανάγλυφης παράστασης και σε ένα τμήμα του άκρου του διακοσμητικού ελάσματος που σώθηκαν στην θέση τους στην πάνω επιφάνεια του καλύμματος (Εικ.12 – Εικ.13). Το γεγονός αυτό οδήγησε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μικρά καρφιά με τα οποία είχε προσηλωθεί το έλασμα με την ανάγλυφη παράσταση επάνω στο κάλυμμα (Πωλογιώργη 2007:174-175).
Εικ.12 Επάνω επιφάνεια καλύμματος μετά τις επεμβάσεις καθαρισμού, σταθεροποίησης και προστασίας.
Εικ.13 Κάτω επιφάνεια καλύμματος μετά τις επεμβάσεις καθαρισμού, σταθεροποίησης και προστασίας.
Το κάλυμμα, κατά τον καθαρισμό, απολεπίζονταν κατά τόπους, ενώ παρέμειναν διογκώσεις και στις δύο όψεις του. Λακκίσκοι, στο εσωτερικό των οποίων το μέταλλο φαίνονταν αποσαθρωμένο ,εμφανίστηκαν και στις δύο όψεις του καλύμματος, κοντά στην περιοχή όπου υπήρχε απώλεια υλικού, λόγω εκτεταμένης ασθένειας του χαλκού. Γενικά και οι δύο επιφάνειες του καλύμματος, μετά την ολοκλήρωση του καθαρισμού, εμφανίστηκαν πιο λείες συγκριτικά με αυτές του κύριου δίσκου. Η πατίνα στην εσωτερική του επιφάνεια εμφανίστηκε σκούρα πράσινη, κατά τόπους κοκκινωπή. Στην εξωτερική επιφάνεια, εκεί όπου ήταν προσαρτημένο το έλασμα με την ανάγλυφη παράσταση, το μέταλλο διατηρήθηκε σε καλύτερη κατάσταση και σε μικρή έκταση η επιφάνεια εμφανίστηκε σχεδόν λεία. Η πατίνα και εδώ παρουσιάστηκε σκούρα πράσινη και κοκκινωπή, με υπολείμματα υπόλευκων προϊόντων διάβρωσης του μολύβδου κατά τόπους, ενώ στην πιο λεία επιφάνεια εμφανίστηκε μελανόχρωμη. Τελευταία καθαρίστηκαν τα τμήματα της ανάγλυφης παράστασης καθώς και όλα τα τμήματα των εξαρτημάτων του κατόπτρου. Ο καθαρισμός των θραυσμάτων του ανάγλυφου, λόγω του εξαιρετικά μικρού πάχους τους και της προχωρημένης ενεργού διάβρωσης, απαιτούσε ιδιαίτερη επιδεξιότητα και προσοχή. Η ασθένεια του χαλκού είχε προσβάλλει ιδιαίτερα τις καμπύλες και τις συστραμμένες περιοχές της λαβής και του γίγγλυμου, καθώς και τα περισσότερα από τα θραύσματα του ανάγλυφου, με αποτέλεσμα κατά τον καθαρισμό να αντιμετωπίζονται προβλήματα στην διατήρηση των ακμών τους, ώστε να μπορέσουν σε επόμενο στάδιο να συγκολληθούν. Η τόσο έντονη και προχωρημένη διάβρωση στα κομμάτια αυτά ήταν αναμενόμενη λόγω της επαφής τους με τον πυθμένα της σαρκοφάγου, αφού, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το κάλυμμα βρέθηκε με το περιχείλωμα στραμμένο προς τα πάνω και το ανάγλυφο προς τα κάτω. Κατά τον καθαρισμό διαπιστώθηκε ότι η διόγκωση από την διάβρωση του μολύβδου που υπήρχε εσωτερικά στις μεγάλες κοιλότητες του ανάγλυφου, είχε προκαλέσει μικρότατες ρωγμές στο μέταλλο που βρίσκονταν από πάνω και κάποια από τα κομματάκια αυτά συγκρατούνταν προσκολλημένα στα προϊόντα διάβρωσης του μολύβδου (Εικ.14). Σε κομμάτι του ελάσματος που αντιστοιχεί στο κάτω μέρος του ανάγλυφου αποκαλύφθηκε κατά τον καθαρισμό μικρή οπή. Ακόμα μια μικρή οπή εμφανίστηκε στο μικρό θολωτό έλασμα, στο εσωτερικό του οποίου διαπιστώθηκε ύπαρξη υπολειμμάτων μολύβδου. Κατά τον καθαρισμό και στα κομμάτια αυτά εμφανίστηκαν απολεπίσεις και παρέμειναν μικρές διογκώσεις κατά τόπους. Μετά την ολοκλήρωσή του η πατίνα εμφανίστηκε σκουροπράσινη και σε ορισμένες περιοχές κοκκινωπή. Από την εσωτερική πλευρά απομακρύνθηκαν, κατά το δυνατόν, οι έντονες διογκώσεις από τα συσσωματώματα χώματος και προϊόντων διάβρωσης του μολύβδου και του χαλκού που είχαν σχηματιστεί και εκτιμούνταν ότι θα δημιουργούσαν προβλήματα κατά την προσάρτηση του ελάσματος στο κάλυμμα.
Εικ. 14 Επάνω επιφάνεια καλύμματος, τμήματα ανάγλυφου ελάσματος και εξαρτημάτων του κατόπτρου μετά τις επεμβάσεις καθαρισμού, σταθεροποίησης και προστασίας.
3.2 Σταθεροποίηση – προστασία
Για την σταθεροποίηση όλων των μερών και τμημάτων του κατόπτρου αποφασίστηκε η χρήση βενζοτριαζόλης, η οποία είναι ο βασικός αναστολέας που χρησιμοποιείται για την σταθεροποίηση των κραμάτων του χαλκού. Τα μόριά της προσροφώνται στα οξείδια του χαλκού και σχηματίζουν σύμπλοκα με τον ναντοκίτη, καθιστώντας τον αδρανή, εμποδίζοντας έτσι την εξέλιξη της πορείας της ασθένειας του χαλκού, ενώ σχηματίζεται και ένα φράγμα για το νερό που προστατεύει την μεταλλική επιφάνεια (Cronyn 1990:228).
Παρασκευάστηκε διάλυμα βενζοτριαζόλης 5%κ.β. σε αιθυλική αλκοόλη. Όλα τα τμήματα του κατόπτρου, μετά την ολοκλήρωση του καθαρισμού, εμβαπτίστηκαν στο διάλυμα αυτό υπό κενό, ώστε να επιτευχθεί καλύτερη διείσδυση δια μέσου των προϊόντων διάβρωσης. Η όλη διαδικασία έγινε μέσα σε θάλαμο απαγωγής αερίων, για την προστασία από τις αναθυμιάσεις. Ακολούθησε ξήρανση για δύο ώρες στους 80οC σε ξηραντήρα.
Για να αποφευχθεί η φυσική ρηγμάτωση του φιλμ του αναστολέα και η επικάθηση υδρατμών και σκόνης, το αντικείμενο, μετά την σταθεροποίηση, πρέπει να προστατευθεί με χρήση βερνικιού. Επειδή η βενζοτριαζόλη αποσταθεροποιείται με την υπεριώδη ακτινοβολία, αποφασίστηκε η χρήση βερνικιού incralac, το οποίο περιέχει αφενός υψηλό ποσοστό βενζοτριαζόλης και αφετέρου φίλτρο UV ακτινοβολίας (Cronyn 1990:229).
Για την προστασία όλων των μερών του κατόπτρου παρασκευάστηκε διάλυμα incralacσε τολουόλη σε αναλογία 1:2. Η εφαρμογή του προστατευτικού βερνικιού έγινε με πινέλο, με δύο επαναλαμβανόμενες εφαρμογές και από τις δύο όψεις του κάθε κομματιού. Η διαδικασία έγινε επίσης μέσα σε θάλαμο απαγωγής αερίων, με υψηλή δυνατότητα απορρόφησης.
Εικ.15 Το έλασμα με την ανάγλυφη παράσταση μετά τη συγκόλληση.
Εικ.16 Πίσω επιφάνεια του ανάγλυφου ελάσματος μετά τη συγκόλληση. Διακρίνονται οι γεμισμένες με μόλυβδο περιοχές.
3.3 Συγκόλληση – Αποκατάσταση
Τα περισσότερα από τα θραύσματα του ανάγλυφου και των εξαρτημάτων του κατόπτρου είναι πολύ μικρά, εξαιρετικά μικρού βάρους και μηδενικής αντοχής. Οι αρμοί τους είναι φθαρμένοι από την έντονη διάβρωση με αποτέλεσμα η εφαρμογή των επαφών τους να είναι δυσδιάκριτη. Αποφασίστηκε η χρήση κόλλας νιτροκυτταρίνης κυρίως λόγω της αντιστρεψιμότητάς της, αλλά και γιατί η πήξη της συντελείται σε σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς εξάσκηση πίεσης. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά θεωρήθηκαν απαραίτητα καταρχήν γιατί το μικρό πάχος εμπόδιζε την συγκράτηση των κομματιών στην ίδια θέση για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την πήξη της κόλλας. Επιπλέον, επειδή το διαβρωμένο μέταλλο έχει χάσει την ελαστικότητά και την πλαστικότητά του, ήταν βέβαιο ότι για την σωστή αποκατάσταση του ελάσματος θα ήταν απαραίτητη, κάποιες φορές, η αποκόλληση συγκολλημένων κομματιών και η επανατοποθέτησή τους σε σχέση με τα πλαϊνά κομμάτια που κατά την πορεία της συγκόλλησης θα βρίσκονταν. Με υπομονή, επιμονή και ιδιαίτερη προσοχή συγκολλήθηκε το έλασμα με την ανάγλυφη παράσταση (Εικ.15 – Εικ.16). Λείπουν ένα μικρό κομμάτι από τα μαλλιά της γυναικείας μορφής, ένα μικρό κομμάτι από το άκρο του δεξιού της ποδιού και μικρά κομμάτια από την περιφέρεια του ελάσματος επάνω και κάτω αριστερά.
Το μικρό θολωτό έλασμα με την οπή συγκολλήθηκε στο κάτω μέρος του ανάγλυφου, κοντά στο δεξί πόδι της γυναικείας μορφής, εκεί όπου επίσης υπήρχε οπή. Οι δύο αυτές οπές βρέθηκαν σε απόλυτη αντιστοιχία, ενώ στο σημείο αυτό παρατηρήθηκαν και ίχνη από την προσήλωση του θολωτού ελάσματος επάνω στο ανάγλυφο και μάλιστα καλύπτονταν και ένα ελάχιστο μέρος των πτυχώσεων του ιματίου της γυναικείας μορφής (Εικ.17).
Εικ. 17 Λεπτομέρεια όπου διακρίνονται οι οπές στο κάτω μέρος του ανάγλυφου και στο θολωτό έλασμα καθώς και τα ίχνη της προσάρτησης του θολωτού ελάσματος πάνω στο ανάγλυφο.
Μετά την ολοκλήρωση της συγκόλλησης του ελάσματος τοποθετήθηκε στην πίσω επιφάνειά του γάζα από λεπτό υαλοϋφασμα, εμποτισμένη με paraloid B72 7%κ.β. σε ακετόνη, έτσι ώστε να ακολουθούνται όλες οι εσοχές του ανάγλυφου. Αυτό έγινε με σκοπό να αποδοθεί μεγαλύτερη σταθερότητα και αντοχή στο ανάγλυφο έλασμα. Όταν ολοκληρώθηκε η συγκόλληση του ελάσματος το ύψος του είναι 12,1εκ. και το μέγιστο πλάτος του 9,3εκ. Το πάχος του ποικίλει και φθάνει στην περιφέρεια τα 0,02εκ. ενώ στο εσωτερικό του είναι πολύ λεπτότερο.
Στην συνέχεια έγινε συμπλήρωση με εποξικό στόκο σε τμήμα της περιφέρειας του καλύμματος και του περιχειλώματος όπου υπήρχε απώλεια υλικού.
Ακολούθησε η τοποθέτηση του ανάγλυφου επάνω στο κάλυμμα. Τα μικρά κομμάτια του ελάσματος που είχαν διατηρηθεί στην θέση τους πάνω στην επιφάνεια του καλύμματος καθώς και η λεπτή εγχάραξη που αποκαλύφθηκε εκεί κατά τον καθαρισμό συντέλεσαν στον εντοπισμό της σωστής θέσης του ανάγλυφου. Καθώς το έλασμα δεν ακολουθούσε πλέον επακριβώς την καμπύλη της επιφάνειας του καλύμματος η τοποθέτησή του εκεί έγινε με παχύτερα στρώματα γάζας από υαλοϋφασμα εμποτισμένα σε διάλυμα paraloid B72 7% κ.β. σε ακετόνη.
Τέλος έγινε η συμπλήρωση του ελάσματος με εποξικό στόκο. Συμπληρώσεις έγιναν σε πολύ μικρές περιοχές στο κρανίο της ανδρικής μορφής, στον δεξιό ώμο, στην άκρη του αριστερού χεριού, στην άκρη του δεξιού ποδιού και στον πήχη του δεξιού χεριού της γυναικείας μορφής και στον βράχο πάνω στον οποίο κάθετε η γυναικεία μορφή, πίσω από το δεξί της χέρι και πίσω από το δεξί της πόδι (Εικ.18).
Εικ.18 Το ανάγλυφο έλασμα συμπληρωμένο και προσαρτημένο επάνω στο κάλυμμα του κατόπτρου.
Εικ.19 Κάτω επιφάνεια της δευτερεύουσας λαβής του κατόπτρου μετά τη συντήρηση.
Εικ.19 Επάνω επιφάνεια της δευτερεύουσας λαβής του κατόπτρου μετά τη συντήρηση.
Συμπλήρωση με τον ίδιο εποξικό στόκο έγινε και σε μικρότατο τμήμα της θηλιάς που συγκρατούσε τον κρίκο επάνω στον ρόδακα της δευτερεύουσας λαβής του κατόπτρου (Εικ.19). Η λαβή αυτή τοποθετήθηκε με εποξική ρητίνη στο κέντρο της κάτω επιφάνειας του κύριου δίσκου του κατόπτρου, στο εσωτερικό του μικρότερου δακτυλίου που κοσμεί την πλευρά αυτή και όπου κατά τον καθαρισμό είχαν διαπιστωθεί ίχνη από την προσάρτησή της (Εικ.20). Η δευτερεύουσα αυτή λαβή χρησίμευε για την έλκυση του δίσκου, ώστε να φανεί η κατοπτρίζουσα επιφάνεια την οποία προστάτευε το κάλυμμα, όταν τα δύο τμήματα ήταν συναρμοσμένα (Πωλογιώργη 2007:160).
Εικ.20 Η κάτω επιφάνεια του κύριου δίσκου του κατόπτρου με συγκολλημένη τη δευτερεύουσα λαβή.
Εικ.21 Η κύρια λαβή του κατόπτρου σχήματος ωμέγα μετά τη συντήρηση.
Η κύρια λαβή του κατόπτρου σχήματος ωμέγα συγκολλήθηκε με εποξική ρητίνη. Το στέλεχος στο οποίο ήταν αναδιπλωμένο το ορθογώνιο έλασμα αποτελεί το οριζόντιο στέλεχος της λαβής και συγκολλήθηκε και αυτό με την ίδια ρητίνη (Εικ.21). Το έλασμα αυτό, η αναδίπλωση του οποίου θα εξασφάλιζε την ευκινησία της λαβής ανάρτησης, θα ήταν επικολλημένο στο ανώτερο μέρος του καλύμματος, πάνω από το διακοσμητικό έλασμα. Με τον γίγγλυμο αυτόν γίνονταν η σύνδεση του καλύμματος και του κύριου δίσκου έτσι ώστε να εξασφαλίζεται το ανοιγοκλείσιμό του, ενώ το ορθογώνιας διατομής στέλεχος αποτελούσε εξάρτημά του (Πωλογιώργη 2007:179). Το στέλεχος αυτό είναι ελαφρά κυρτό και ακολουθεί την καμπύλη της περιφέρειας του κατόπτρου όπου και θα προσαρμόζονταν. Επειδή όμως δεν βρέθηκαν ίχνη του σημείου προσαρμογής δεν στάθηκε δυνατή η τοποθέτησή του στο κάτοπτρο και συνεπώς ούτε η τοποθέτηση της κύριας λαβής του.
Σε όλα τα συμπληρωμένα τμήματα έγινε χρωματική αποκατάσταση με χρώματα τέμπερας.
Εικ.22 Το κάλυμμα του κατόπτρου με το ανάγλυφο έλασμα μετά την ολοκλήρωση της συντήρησης.
4. Συμπεράσματα
Ο κεντρικός δίσκος του κατόπτρου είναι χυτός, ενώ το κάλυμμα σφυρήλατο με επακόλουθο το μικρότερο βάρος του. Μετά την συντήρηση το βάρος του κύριου δίσκου μαζί με την δευτερεύουσα λαβή είναι 319,3γρ. ενώ το βάρος του καλύμματος μαζί με το ανάγλυφο έλασμα και τα κομμάτια μολύβδου με τα οποία είναι γεμισμένες οι εσοχές είναι 236,1γρ.Το βάρος της κύριας λαβής ανάρτησης είναι 14,8γρ. Η πάνω επιφάνεια του καλύμματος είναι κυρτή ώστε να αποφεύγεται εσωτερικά η επαφή με την επιφάνεια κατοπτρισμού του κύριου δίσκου (Πωλογιώργη 2007:174). Η κόσμηση των δακτυλίων έγινε με τον τόρνο.
Μετά την ολοκλήρωση της συντήρησης στο ανάγλυφο έλασμα απεικονίζονται γυναικεία μορφή ντυμένη με χιτώνα και ιμάτιο και Έρωτας με ανοιχτές φτερούγες (Εικ.22). Η γυναίκα είναι καθισμένη σε βράχο, ενώ ο Έρωτας είναι όρθιος, σε ευρύ διασκελισμό. Και οι δύο μορφές στρέφονται προς τα δεξιά. Η γυναικεία μορφή κάθεται στην άκρη του βράχου, έχει ελαφρά λυγισμένο και χαμηλωμένο προς τον βράχο το δεξί της χέρι, ενώ με το αριστερό τραβάει την άκρη του ιματίου της στο ύψος του ώμου. Ο Έρωτας εικονίζεται ως έφηβος, με σγουρά μαλλιά, γυμνός και ανυπόδητος (Πωλογιώργη 2007:177). Οι φτερούγες του είναι ολάνοιχτες, το δεξί του χέρι είναι τεντωμένο στο ύψος του στέρνου και με το αριστερό, που είναι λυγισμένο σε ορθή γωνία και προτεταμένο, κρατάει τόξο. Γύρω από τον πήχη του χεριού αυτού είναι τυλιγμένο το ιμάτιό του που κρέμεται προς τα κάτω (Πωλογιώργη 2007:178). Η παρουσία του Έρωτα υποδεικνύει την πιθανή ταύτιση της γυναικείας μορφής με την Αφροδίτη. Η θεά έλκει την άκρη του ιματίου της στο ύψος του ώμου στην παραλλαγή της χειρονομίας του ανακαλύπτεσθαι (Πωλογιώργη 2007:184).
Παρατηρώντας το έλασμα διαπιστώνεται ότι δεν είναι κομμένο ομοιόμορφα ούτε με τρόπο ώστε να ακολουθεί το περίγραμμα των μορφών. Στην αριστερή πλευρά ακολουθεί το εξωτερικό περίγραμμα της γυναικείας μορφής και του βράχου. Αντίθετα στην δεξιά πλευρά το κόψιμο είναι ακανόνιστο και απότομο, ενώ προσαρμόζεται σύρριζα μόνο στην παρυφή του καλύμματος (Πωλογιώργη 2007:178). Παρατηρείται επίσης ότι από την αριστερή φτερούγα του Έρωτα αποδίδεται μόνο ένα πολύ μικρό τμήμα, ενώ τα άκρα των δαχτύλων του τεντωμένου δεξιού του χεριού φαίνονται σαν κομμένα. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι το έλασμα με την έκτυπη παράσταση δεν είχε κατασκευαστεί για το συγκεκριμένο κάτοπτρο αλλά επαναχρησιμοποιήθηκε σε αυτό με κάποιες δραστικές επεμβάσεις (Πωλογιώργη 2007:178).
Στο κάλυμμα διαπιστώθηκε η χρήση μικρών καρφιών. Οι οπές που αποκαλύφθηκαν στον δίσκο του καλύμματος έρχονται σε πλήρη αντιστοιχία με οπές στο διακοσμητικό έλασμα. Το καρφάκι που διασώθηκε στη κάτω επιφάνεια του καλύμματος αντιστοιχεί ως προς την πάνω επιφάνεια, στο μικρό κομμάτι από την δεξιά φτερούγα του Έρωτα που είχε διατηρηθεί στην θέση του πάνω στο κάλυμμα. Παρατηρείται ότι στο κομμάτι αυτό δεν έχει αποδοθεί το φολιδωτό κόσμημα της φτερούγας. Άλλα δύο κομμάτια χαλκού που βρίσκονται σε αντιστοιχία στην άνω και στην κάτω επιφάνεια του καλύμματος, στην περιοχή του διακοσμητικού δακτυλίου, υποδεικνύουν ότι είναι μεγαλύτερα καρφάκια με πεπλατυσμένα άκρα για την προσήλωση του ελάσματος ακριβώς στην κορυφή του (Πωλογιώργη 2007:175).
Κατά κανόνα στα πτυκτά κάτοπτρα το έλασμα με την ανάγλυφη παράσταση επικολλάται στο κάλυμμα με την βοήθεια μεταλλικής ή άλλης κόλλας. Τέτοιου είδους επικόλληση παρατηρήθηκε και στην προσάρτηση της δευτερεύουσας λαβής στον κύριο δίσκο. Η προσήλωση του ελάσματος με μικρά καρφιά συναντάται σπάνια και αποτελεί ένδειξη για επαναχρησιμοποίηση ή επιδιόρθωση του ελάσματος (Πωλογιώργη 2007:180). Στην περίπτωση του κατόπτρου της Σαλαμίνας η προσήλωση με καρφάκια ήταν απαραίτητη ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη εφαρμογή του ελάσματος στην ελαφρά κυρτή επιφάνεια του καλύμματος. Συνεπώς στο κάτοπτρο της Σαλαμίνας το έλασμα εφαρμόστηκε σε δεύτερη χρήση(Πωλογιώργη 2007:181).
Το πτυκτό κάτοπτρο της Σαλαμίνας είναι το μοναδικό από τα έως τώρα γνωστά παραδείγματα στο οποίο σώζεται ο κρίκος της δευτερεύουσας λαβής (Πωλογιώργη 2007:183). Ο τύπος πτυκτών κατόπτρων με τον κύριο δίσκο χυτό και το κάλυμμα σφυρήλατο, όπως αυτό της Σαλαμίνας, παρουσιάζεται στο β΄ τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. (Πωλογιώργη 2007:179). Το έλασμα που κοσμεί το κάλυμμα του κατόπτρου της Σαλαμίνας χρονολογείται στη δεκαετία 330-320 π.Χ. και είναι ένα αξιόλογο προϊόν της αρχαίας τορευτικής (Πωλογιώργη 2007:190). Πρόκειται για το πρώτο αυτής της κατηγορίας κατόπτρων που γίνεται γνωστό από τη Σαλαμίνα(Πωλογιώργη 2007:187).
Εκτίθεται μέσα σε προθήκη στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σαλαμίνας.
Ευχαριστίες
Ευχαριστώ την Έφορο Αρχαιοτήτων της ΚΣΤ’ ΕΠΚΑ κα Ευτυχία Λυγκούρη για την εμπιστοσύνη και την στήριξή της.
Ευχαριστώ την υπεύθυνη αρχαιολόγο της ανασκαφής κα Μέλπω Πωλογιώργη που μου εμπιστεύθηκε την συντήρηση των σημαντικών αυτών ευρημάτων.
Ευχαριστώ τον κο Edmond Pruthi για την επεξεργασία των φωτογραφιών και την συμβολή του στην παρουσίαση της εργασίας αυτής.
Βιβλιογραφία
Πωλογιώργη Μ. (2007) Χάλκινα κάτοπτρα από τη Σαλαμίνα, Αρχαιολογική Εφημερίς, Τόμος 146, σελ. 147-191, Περιοδικόν της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας
Plenderleith H. (1956) The Conservation of Antiquities and Works of Art (Treatment, Repair and Restoration), London, Oxford University Press, N. York
Cronyn J. (1990) The Elements of Archaeological Conservation, Routledge, London and New York
Soprintendenza Archeologica Della Toscana, Guida al Restauro Archeologico di Materiali Metallici, Centro di Restauro di Firenze
Βιογραφικό σημείωμα
Η Αικατερίνη Τατιάνα Παναγοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Συντήρηση Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης στο ΤΕΙ Αθήνας. Από το 1991 είναι μόνιμη υπάλληλος του ΥΠΠΟΤ, αρχικά στην Β’ ΕΠΚΑ και κατόπιν στην ΚΣΤ’ ΕΠΚΑ όπου εργάζεται έως σήμερα ως Συντηρήτρια Αρχαιοτήτων στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά, στο οποίο δημιούργησε και οργάνωσε το εργαστήριο συντήρησης μετάλλων. Έχουν δημοσιευτεί άρθρα της στα περιοδικά Αρχαιολογία και Τέχνες και Βύβλος. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια – ημερίδες με θέματα σχετικά με την συντήρηση μεταλλικών ευρημάτων.
Abstraction
Au cours d’une fouille de sauvetage effectuée en 2004, dans la région Ampelakia de l’île de Salamine, sous la surveillance de l’archéologue Mme Melpo Pologeorgis, un miroir à boîte ancien a été mis au jour. Le miroir était constitué de son disque et de son couvercle, d’un manche mobile brisé en forme d’Oméga et d’une poignée circulaire en rosace. Le couvercle du miroir, sur sa face externe, était orné d’une fine tôle martelée, fragmentée elle aussi. L’état de corrosion de l’objet a été estimé avancé : la surface des parties constituantes du miroir étant recouverte d’une patine verte –produit de la corrosion du cuivre– de terre ainsi que de sédiments calcaires. En raison de sa faible épaisseur et de sa corrosion importante, la tôle martelée était considérablement fragilisée et se fragmentait de toutes parts. Les différentes parties du miroir ont été nettoyées mécaniquement. À la suite de quoi ont été pratiqués stabilisation –par solution de benzotriazole appliquée sous vide– et assèchement. Une solution protective d’Incralac : toluol a également été appliquée. L’assemblage des bris de la tôle martelée et des morceaux du manche a été réalisé à la colle nitrocellulose puis au mastic époxique. À l’issue des processus de conservation et de restauration de l’objet, on peut discerner sur la tôle martelée une scène représentant Aphrodite assise sur un rocher, tire le bout de son manteau à l'aide de sa main droite et un Éros, debout, muni d’un arc à flèches. Ce miroir à boîte est estimé appartenir au premier quart du 3e siècle avant notre ère et est le premier de sa catégorie à avoir été découvert à Salamine. Il est actuellement exposé au Musée de l’île.